Έτσι σώθηκαν οι θησαυροί από τους αρχαιοκάπηλους ναζί


Ο Θεικός Κούρος του Σουνίου καθώς τον κατεβάζουν οι εργατοτεχνίτες

Κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου (1940-1941), παρά την αποτελεσματική αντιμετώπιση των Ιταλο-Αλβανικών δυνάμεων, η σύμπραξη της ναζιστικής Γερμανίας στο πλευρό της Ιταλίας δημιουργούσε αμφιβολίες για πιθανή ήττα της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα. Μήνες πριν από την πτώση του μετώπου και την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, οι εργάτες της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο, αποφασίζουν να κρύψουν πολλούς πολιτιστικούς θησαυρούς, προκειμένου να σωθούν από τους βομβαρδισμούς και τις λεηλασίες. Οι ναζί γνωστοί για την αρπαγή πολλών έργων τέχνης στις περιοχές που καταλάμβαναν, έσπευσαν με την άφιξή τους να δημιουργήσουν ειδική στρατιωτική ''υπηρεσία προστασίας της τέχνης'' με υποτιθέμενο ρόλο την προστασία των αρχαιοτήτων, υπό τον αρχαιολόγο και αντισυνταγματάρχη Χανς Ούρλιχ φον Σένεμπεργκ, που διηύθυνε παράνομες ανασκαφές και κλοπές. Παράνομες ανασκαφές έγιναν σε πολλά σημεία της Κρήτης (ακόμα και στην ίδια την Κνωσό), στην Αίγινα, στη Χαλκίδα, σε σπήλαιο της Κωπαΐδας, στη Λακωνία, στην Αγία Θεοδώρα Άρτας, στη Νέα Αγχίαλο Μαγνησίας, στη Λάρισα, στον Βόλο, στη Θεσσαλονίκη, στη Βεργίνα.

Στις 11 Νοεμβρίου του 1940, η Αρχαιολογική Υπηρεσία έστειλε σε όλες τις τοπικές διευθύνσεις έγγραφο με τις τεχνικές οδηγίες «διά την προστασία των αρχαίων των διαφόρων μουσείων από τους εναέριους κινδύνους». Αμέσως συστάθηκε επιτροπή Απόκρυψης και Ασφάλισης των εκθεμάτων με επικεφαλής τρεις αρεοπαγίτες και μέλη τον γραμματέα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Γεώργιο Οικονόμου, τον προσωρινό διευθυντή του μουσείου Αναστάσιο Ορλάνδο, τον καθηγητή Σπυρίδωνα Μαρινάτο, τους εφόρους Γιάννη Μηλιάδη και Σέμνη Καρούζου, την επιμελήτρια Ιωάννα Κωνσταντίνου. Στην επιτροπή προστέθηκαν και εθελοντές, ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης, πρωτοετής τότε φοιτητής και ο Βρετανός αρχαιολόγος AllanWace.

Η επιχείρηση διάσωσης πραγματοποιήθηκε σε πολλά μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους. Στην Ακρόπολη αρχαιότητες κρύφτηκαν σε σπηλιές ενώ στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο σκάφτηκαν αίθουσες και παραχώθηκαν αγάλματα εκ των οποίων τα χάλκινα καλύφθηκαν με ειδικά πισσόχαρτα και τοποθετήθηκαν μέσα σε ξύλινα κιβώτια προκειμένου να προφυλαχθούν απο την υγρασία. Τα μικρά αντικείμενα όπως τα κεραμεικά, τοποθετήθηκαν σε κιβώτια που φυλάχθηκαν στα υπόγεια της νέας αίθουσας του μουσείου, τα χρυσά αντικείμενα παραδόθηκαν συσκευασμένα στην Εθνική Τράπεζα, όπως και τα νομίσματα του Νομισματικού Μουσείου. Στους Δελφούς μεταφέρθηκαν μνημεία σε υπαίθριες σπηλιές. «Μόλις μπήκαν οι Γερμανοί, οι αρχαιολόγοι τους απαιτήσανε πρώτα - πρώτα να ανοίξουνε τα μουσεία, λέγοντας στην αρχή πως ο πόλεμος τελείωσε πια, ύστερα πως τα αρχαία θα πάθουν κρυμμένα, ύστερα πως στον πόλεμο οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να καταφεύγουν στην τέχνη. Η επίμονη αντίσταση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας μας εγλύτωσε τα σπουδαιότερα μνημεία μας από την καταστροφή και τη λεηλασία», αποκαλύπτει ο αρχαιολόγος Χρήστος Καρούζος σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Μέντωρ» της Αρχαιολογικής Εταιρείας, τον Ιούνιο του 1945.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής οι αίθουσες του ΕΑΜ χρησιμοποιήθηκαν από δημόσιες υπηρεσίες έως τις «μαύρες» μέρες του Δεκέμβρη, όταν τα ναζιστικά αεροπλάνα έκαψαν μέρος της στέγης του. Μετά τη λήξη του πολέμου, παράλληλα με το έργο της αποκατάστασης του κτηρίου, παρουσιάστηκε το 1947 – με υπεύθυνο σχεδιασμού τον τότε διευθυντή Χρήστο Καρούζο – η πρώτη μεταπολεμική έκθεση ένω η οριστική έκθεση, που ολοκληρώθηκε το 1967. Πολλά χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης του μουσείου, οι αρχαιολόγοι είχαν συχνά την τύχη να ξεθάψουν κι άλλα κρυμμένα αγάλματα, τα οποία σώθηκαν χάρη στην καλά στημένη επιχείρηση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.





Σε 37 πόλεις έγιναν κλοπές αρχαιοτήτων από τους κατακτητές με πλέον πολύπαθες τη Θεσσαλία και την Κρήτη. Γερμανοί αρχαιολόγοι έκαναν παράνομες ανασκαφές σε 17 περιοχές της Ελλάδας, στέλνοντας τα ευρήματα στη Γερμανία. Ακόμη και κατά την αναχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα προκλήθηκαν μεγάλες ζημιές σε αρχαιότητες. Με πυροβολισμούς και με ξιφολόγχες κατέστρεψαν αγάλματα και αγγεία στην Ακρόπολη και τον Κεραμεικό. Όλα αυτά περιγράφονται σε έκθεση του ΕΑΜ αρχαιολόγων που εκδόθηκε το 1946 από το υπουργείο Παιδείας.

Ο Χρήστος Καρούζος σε συνέντευξή του στο περιοδικό της Αρχαιολογικής Εταιρείας αναφέρει για τις καταστροφές: «Πέτυχαν να ανοίξουν το Μουσείο του Κεραμεικού, που το είχαν κάμει αυτοί: Σε λίγες μέρες Γερμανοί αξιωματικοί έκλεψαν μπροστά στα μάτια του Γερμανού αρχαιολόγου, που τους οδηγούσε, έναν ωραίο πήλινο αρχαϊκό πίνακα, με παράσταση πρόθεσης του νεκρού. Σε διάφορα άλλα επαρχιακά Μουσεία (Μέγαρα, Θήβα, Χαιρώνεια, Τανάγρα, Αλμυρό, Λάρισα, Βέροια, Θέρμο, Κόρινθο, Άργος, Δήλο, Σίφνο, Κνωσό, Χανιά, Σάμο), Γερμανοί και Ιταλοί, αφού μπήκαν ή εγκαταστάθηκαν στα μουσεία, αλλού έσπασαν βιτρίνες και αποθήκες, αλλού έκαψαν την ξυλεία, αλλού πήραν ό,τι αρχαία μπόρεσαν. Οι φύλακές μας στάθηκαν όλοι, σχεδόν, αξιοθαύμαστα πιστοί στο καθήκον τους, με κίνδυνο όχι μόνο της δικής τους ζωής, αλλά και όλου του σπιτιού τους. Μερικά έπαθαν ανεπανόρθωτες καταστροφές για να κάμουν αυτοί τα ‘‘απόρθητα’’ οχυρώματά τους (Βασιλικός τάφος Κνωσού, Ακρόπολη Ασίνης, βωμός ανακτόρου Τίρυνθος, Ναός Ποσειδώνος - Σούνιο, ανατίναξη του Λαβυρίνθου της Γόρτυνος, του μινωικού βασιλικού τάφου των Ισοπάτων, τείχη του Κόνωνος). Η Αρχαιολογική μας Υπηρεσία δεν άφησε καμία ευκαιρία που να μην απευθυνθεί στη στρατιωτική τους ‘‘υπηρεσία προστασίας της τέχνης’’ και να τους καταγγείλει, με σπάνια παρρησία και με πολύ έντονα έγγραφα, τα εγκλήματά τους».
Ανάμεσα στις πολυπληθείς βεβηλώσεις αρχαιοτήτων, κορυφαία ήταν η χρήση της Ακρόπολης των Αθηνών ως ουρητηρίου, όπως και τόπου ερωτικών συναντήσεων κάθε βράδυ. Δεν γλίτωσε ούτε ο Παρθενώνας. Ο έφορος Γιάννης Μηλιάδης κινδύνευσε πολλές φορές  λόγω των συνεχών διαμαρτυριών του προς τις γερμανικές αρχές.

Οι καταστροφές μνημείων από κατακτητές δεν είναι πρωτοφανές στην ιστορία, με τελευταία παραδείγματα την καταστροφή αγαλμάτων και αρχαίων περιοχών του Ιράκ από το Ισλαμικό κράτος καθώς και την βεβήλωση του ναού της Παλμύρας από τους τζιχαντιστές. Οι άνθρωποι των μνημείων της Συρίας εκκένωσαν το μουσείο της Παλμύρας καθώς παρακολουθώντας τα γεγονότα του Ιράκ, συνειδητοποιούσαν ότι όσο η ISIS προχωρούσε, ήταν θέμα χρόνου, προτού καταστρέψει κάποιες από τις κληρονομιές της Συρίας. Έτσι μέχρι το Μάρτιο είχαν, ήδη, μεταφέρει κάποια αντικείμενα στη Δαμασκό προκειμένου να τα προστατεύσουν. 
Ο αρχαιολόγος Χαλίντ Ασάντ αποκεφαλίστηκε από τους τζιχαντιστές

Πολλοί είναι οι αρχαιολόγοι που διακινδυνεύουν τη ζωή τους μέσα στη δείνη του πολέμου της Συρίας προκειμένου να περισώσουν ό,τι μπορούν από την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας τους. Σε ερώτηση στον Διευθυντή των αρχαιοτήτων της Συρίας και καθηγητή Abdulkarim αν θεωρεί σωστό να ανησυχεί για τα αρχαία λείψανα, όταν τόσοι πολλοί άνθρωποι έχουν σφαγιαστεί, εκείνος απαντά : «Νομίζω ότι είναι δύο διαφορετικά πράγματα· δεν μπορούμε να τα συγκρίνουμε», είπε. «Καταλαβαίνω ότι οι ζωές είναι πολύ σημαντικές, γιατί είμαστε και εμείς άνθρωποι, επίσης, ζούμε σε αυτή την κρίση, ξέρουμε ότι μπορεί και να σκοτωθούμε σε αυτήν την κρίση. Κατανοούμε αυτή την ερώτηση. Αλλά η δουλειά μας, σαν αρχαιολόγοι είναι να διασώσουμε αυτή την κληρονομιά. Και τελικά αυτό είναι που κάνουμε για να σώσουμε την πολιτιστική κληρονομιά στη Συρία. Είναι η μνήμη του συριακού λαού, είναι η ταυτότητα αυτών των ανθρώπων. Είμαι βέβαιος ότι η κρίση θα τελειώσει. Η ζωή θα είναι καλύτερη στο μέλλον. Αλλά όλη η ζημιά στην πολιτιστική κληρονομιά θα παραμείνει για όλες τις γενιές. Γι” αυτό σκεφτόμαστε πώς μπορούμε να μειώσουμε τη ζημιά, πώς μπορούμε να σώσουμε όλες τις συλλογές σε όλα τα μουσεία της Συρίας».





πηγή:http://anaskaptontas.blogspot.gr/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου